πρόσωθεν


πρόσωθεν
και επικ. τ. πρόσσοθεν και δωρ. πόρσωθεν και αττ. τ. πόρρωθεν και συγκριτ. τ. πορρωτέρωθεν Α
επίρρ.
1. τοπ. α) από μακριά («μή τις πρόσωθεν ὄμματος βάλοι φθόνος», Αισχυλ.)
β) σε απόσταση
2. χρον. από πολύ χρόνο («πόρρωθεν ὑμῑν τὸ καλὸν ὑπάρχει ἀπὸ τῆς Σόλωνος συγγενείας», Πλάτ.)
3. (το συγκριτ.) πορρωτέρωθεν
από σημείο που βρίσκεται μακρύτερα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρόσω / πόρσω / πορρωτέρω + επιρρμ. κατάλ. -θεν (πρβλ εκατέρω-θεν). Ο τ. πρόσσ-οθεν, για μετρικούς λόγους, κατά τα επιρρ. σε -όθεν].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πρόσωθεν — from afar indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόρρωθεν — πρόσωθεν from afar attic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσσοθεν — Α επίρρ. (επικ. τ.) βλ. πρόσωθεν …   Dictionary of Greek

  • πόρρωθεν — ΜΑ επίρρ. βλ. πρόσωθεν …   Dictionary of Greek

  • πρόσσοθεν — indeclform (adverb) πρόσωθεν from afar epic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.